πτέρυξ

πτέρυξ
крыло, перо

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Нужно сочинение?

Полезное


Смотреть что такое "πτέρυξ" в других словарях:

  • πτέρυξ — wing fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πτέρυξ — υγος, ἡ, ΜΑ βλ. πτέρυγα …   Dictionary of Greek

  • πτερύγεσιν — πτέρυξ wing fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πτερύγεσσι — πτέρυξ wing fem dat pl (epic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πτερύγεσσιν — πτέρυξ wing fem dat pl (epic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πτερύγοιν — πτέρυξ wing fem gen/dat dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πτερύγων — πτέρυξ wing fem gen pl πτερυγόω fly imperf ind act 3rd pl (doric aeolic) πτερυγόω fly imperf ind act 1st sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πτέρυγα — πτέρυξ wing fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πτέρυγας — πτέρυξ wing fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πτέρυγε — πτέρυξ wing fem nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πτέρυγες — πτέρυξ wing fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»